ταχύνω

ταχύνω
(αόρ. ετάχυνα) μετ. ускорять; торопить; разгонять, придавать скорость;

ταχύνω τό βήμα — ускорить шаг


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ταχύνω" в других словарях:

  • ταχυνῶ — ταχύνω make quickly fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύνω — ταχύ̱νω , ταχύνω make quickly aor subj act 1st sg ταχύ̱νω , ταχύνω make quickly pres subj act 1st sg ταχύ̱νω , ταχύνω make quickly pres ind act 1st sg ταχύ̱νω , ταχύνω make quickly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύνω — ΝΑ [ταχύς] επισπεύδω, επιταχύνω (α. «τάχυνε το βήμα σου» β. «κάλην τάπετον χερσί ταχύνατε», Σοφ.) αρχ. 1. (αμτβ.) α) ενεργώ με ταχύτητα, είμαι ταχύς («καὶ τὸ ταχύνειν δὲ ὅπου φθάσαι δέος», Ξεν.) β) εμφανίζομαι, έρχομαι πρόωρα («ταχύνουσαν ἤ… …   Dictionary of Greek

  • ταχύνω — τάχυνα, κάνω γρήγορα ή βιαστικά, επιταχύνω: Ταχύνω το βήμα μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ταχυνεῖ — ταχύνω make quickly fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) ταχύνω make quickly fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυνούσης — ταχύνω make quickly fut part act fem gen sg (attic epic) ταχῡνούσης , ταχύνω make quickly pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυνοῦμεν — ταχύνω make quickly fut ind act 1st pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχῦναι — ταχύνω make quickly aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύνετ' — ταχύ̱νετε , ταχύνω make quickly aor subj act 2nd pl (epic) ταχύ̱νετε , ταχύνω make quickly pres imperat act 2nd pl ταχύ̱νετε , ταχύνω make quickly pres ind act 2nd pl ταχύ̱νεται , ταχύνω make quickly aor subj mid 3rd sg (epic) ταχύ̱νεται , ταχύνω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύνῃ — ταχύ̱νῃ , ταχύνω make quickly aor subj mid 2nd sg ταχύ̱νῃ , ταχύνω make quickly aor subj act 3rd sg ταχύ̱νῃ , ταχύνω make quickly pres subj mp 2nd sg ταχύ̱νῃ , ταχύνω make quickly pres ind mp 2nd sg ταχύ̱νῃ , ταχύνω make quickly pres subj act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τάχυν' — τάχῡνε , ταχύνω make quickly pres imperat act 2nd sg τάχῡναι , ταχύνω make quickly aor imperat mid 2nd sg τάχῡνα , ταχύνω make quickly aor ind act 1st sg (homeric ionic) τάχῡνε , ταχύνω make quickly aor ind act 3rd sg (homeric ionic) τάχῡνε …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»